ΑΝΔΡΕΑσ ΖΗΣΗ ΓΚΟΨΗσ

Home / Ιστορικά / Βιογραφίες / ΑΝΔΡΕΑσ ΖΗΣΗ ΓΚΟΨΗσ
ΑΝΔΡΕΑσ  ΖΗΣΗ  ΓΚΟΨΗσ

Το βιογραφικό σημείωμα έγραψε η Αριστέα, κόρη του Ανδρέα Γκόψη.

Ο Ανδρέας  Ζ. Γκόψης γεννήθηκε στην Πυρσόγιαννη Ηπείρου την 25ην  Όκτωβρίου 1897. Μεγάλωσε με πολλές στερήσεις όμως κατάφερε και τελείωσε το σχολαρχείο στην Δρόμβιανη όπου δούλευε την εποχή εκείνη ο πατέρας του.

Ήταν 15 ετών όταν αποφάσισαν οι γονείς του να τον στείλουν στο  Εσκί Σεχίρ της Μικράς Ασίας (το αρχαίο Δορύλαιο), για να δουλέψει.

Ήταν Σεπτέμβριος του 1912 όταν έφθασε στην Τουρκία. Όμως δεν πέρασε χρόνος  και άρχισε ο Βαλκανικός Πόλεμος. Καμία επικοινωνία με τους δικούς του πλέον για πολύ καιρό. Λίγο αργότερα αρχίζει κι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Όλοι ζούσαν με φόβο και καρδιοχτύπια. Το τι πέρασε το διάστημα που έμεινε στην Τουρκία μέχρι να ζητήσει να καταταγεί στον στρατό στην Ελλάδα είναι άλλη ιστορία. Έμεινε στο Εσκί Σεχίρ μέχρι το 1919. Ήταν τότε 22 ετών.  Παρουσιάστηκε εθελοντής στην Αθήνα. Ευτυχώς  τον μετέθεσαν σύντομα στα Γιάννενα όπου κατάφερε να συναντηθεί με τον πατέρα του ο οποίος ήρθε από την Δρόμβιανη να τον δει. Την μητέρα του την είδε μετά από 10 χρόνια από τότε που έφυγε για Τουρκία, όταν πήγε στο χωριό του την Πυρσόγιαννη με άδεια.

Μετά 37 μήνες που υπηρέτησε στον στρατό, άρχισε η αναζήτηση εργασίας. Μεταξύ Δρόμβιανης,  Αγίους Σαράντα, Αργυροκάστρου.  Δεν βρέθηκε τίποτα. Εν τω μεταξύ ήρθε γράμμα και χρήματα από τον θείο του Γιώργο Σγολόμπη [αδελφό της μητέρας του] που ήταν ήδη στην Αιθιοπία και έτσι τον Οκτώβριο τους 1923 αναχωρεί για Αιθιοπία μέσω Πάτρας, Πειραιά,  Πόρτ -Σάιντ, Τζιμπουτί.

Στο  Τζιμπουτί έμεινε μόνο μία βραδιά στο ξενοδοχείο  που είχε  ο κ. Ρήγας,  Έλληνας ευτυχώς,  γιατί άλλη γλώσσα από Ελληνικά και λίγα Τούρκικα που είχε μάθει, δεν ήξερε. Εκεί μιλούσαν Γαλλικά και  Αραβικά. Το μόνο που του εντυπώθηκε από το πέρασμά του από το  Τζιμπουτί ήταν η αφόρητη ζέστη.  Άλλο τίποτα δεν πρόλαβε να δει. Την επομένη μπήκε στο τρένο για Αντίς-Αμπέμπα. Τα μέρη που  περνούν είναι ξηρά και άγονα, οι άνθρωποι ημίγυμνοι με πυκνά κατσαρά μαλλιά και όλοι έχουν ένα “δόρυ” Πρώτος σταθμός είναι η Ντίρε-Ντάουα μια μικρή πόλη αλλά καθαρή και με αρκετούς Ευρωπαίους. Από εκεί και πέρα η φύση αλλάζει. Όλα φαίνονται πιο ήμερα, πιο πράσινα. Αφού το τρένο διανυκτέρευσε στην Ντιρεντάουα και στο Αουάς, έφθασε την τρίτη μέρα στην Αντίς-Αμπέμπα. Στον σταθμό της Α.Α. τον περίμενε ο κ. Δούκας [Πυρσογιαννίτης], προφανώς ειδοποιημένος από τον θείο του.

Εκείνη την εποχή η πόλη  δεν είχε ούτε φώτα στους δρόμους, ο κόσμος κυκλοφορούσε με τα φαναράκια τους, ούτε οι δρόμοι ήταν ασφαλτοστρωμένοι και φυσικά δεν κυκλοφορούσαν  αυτοκίνητα.  Η συγκοινωνία γίνονταν με τα μουλάρια.

 Έμεινε φιλοξενούμενος στο σπίτι του κ. Δούκα 12 ημέρες έως να ετοιμαστούν τα πράγματα και τα ζώα για το ταξίδι προς την Τζίμα όπου τον περίμενε ο θείος. Κατά την παραμονή του στην Α.Α. είχε την χαρά να γνωρίσει τους συμπατριώτες Λ. και Χρ. Λύτην, Γ.Κίσκα μετά της συζύγου του, Ν.Παπατζίμα, Ν.Μούσιο, Παπατάκη, Μπίζο, Φίλη, Π.Κορδά και μερικούς άλλους.

Όλα ήταν έτοιμα στις 30 Νοεμβρίου, ημέρα του Αγίου Ανδρέου. Επειδή γιόρταζε πέρασε από την εκκλησία να ανάψει ένα κεράκι. Η εντύπωση που του έκανε η εκκλησία είναι «ήταν ένα σπίτι από χόρτο, μακρόστενο, όμως πολύ περιποιημένο». Ήταν πλησίον του ξενοδοχείου Itegue Hotel. Όπως έμαθε  όμως  είχε αρχίσει ήδη να κτίζεται η σημερινή εκκλησία του Αγίου Φρουμεντίου. Όπως έμαθε επίσης  ότι  η Α.Α. είχε αξιόλογη  Ελληνική Κοινότητα  και  είχαν σχηματιστεί και μερικά σωματεία [Ηπειρωτών, Καρπαθίων, Κεφαλλονιτών  κ.α.].  Σχολεία υπήρχαν, το ιδιωτικό της κ. Κοσμά και το δημοτικό της κοινότητας το οποίο στεγαζόταν σε  διάφορα  σπίτια την εποχή εκείνη. Μετά το 1945 επί προεδρίας  Γ. Καλογερόπουλου και  Γενικού Προξένου κ. Νίσκου  αγοράστηκε το  άλλοτε Γεν. Προξενείο, κι έτσι απηλλάγη η κοινότητα  από τα ενοίκια και τις μετακομίσεις.

Στις 30 Νοεμβρίου  λοιπόν ξεκίνησε το ταξίδι από Α.Α. –  Τζίμα με μουλάρια. Κράτησε  12 μέρες. Το καραβάνι αποτελείτο από τον αρχηγό και 5-6 ακόμα  ιθαγενείς. Περπατούσαν 6-7 ώρες την ημέρα  και ξεκουράζονταν, άνθρωποι και ζώα,  σε μέρος που είχε νερό και χορτάρι. Στο ταξίδι δεν συνάντησαν καμία πόλη ούτε χωριό. Οκτώ με δέκα σπίτια κάπου διάσπαρτα υπήρχαν φτιαγμένα από χόρτο, στρογγυλά,  έμαθε  αργότερα πως τα ονόμαζαν « τουκούλ». Το ταξίδι όλες τις 12 μέρες πέρασε μέσα στην σιωπή για τον Ανδρέα. Δεν υπήρχε κανείς που να μπορεί να μιλήσει. Οι ιθαγενείς μιλούσαν την γλώσσα τους. Τότε δεν ήξερε αν ήταν Αμάρα ή Ορόμο.

Επιτέλους έφθασαν στην Τζίμα κατάκοποι. Η πόλη -δηλαδή είδε αρκετά σπίτια συγκεντρωμένα  με τσίγκους σκεπασμένα –  δεν του έκανε και την καλύτερη εντύπωση, αλλά  ευτυχώς συνάντησε πολλούς Έλληνες και μίλησε….την γλώσσσα του. Από Ευρωπαίους βρήκε τον Π.Ζερβόν, Γαβρ.Πετράτο, Ι.Ληξουριωτάτο, Βαχάν Κεβορκιάν, Σαίτ Καράμ, τον μπάρμπα Κώστα από την  Ηράκλειαν του Πόντου, τον Στέλλιο τον υπάλληλο του θείου του κ.α.  

Η σύζυγος του θείου του ήταν Αιθιοπίδα αλλά ήξερε Ελληνικά. Με την βοήθειά της έμαθε σιγά σιγά τις πρώτες λέξεις στα Αμάρικα. Αργότερα έμαθε και την Ορόμο την διάλεκτο των κατοίκων της περιοχής. Με τον καιρό έμαθε και να διαβάζει, αλλά ποτέ δεν τα έμαθε καλά. Ως  γνωστόν  στην Αιθιοπία ομιλούν πάνω από 10 διαλέκτους.

Η ζωή του εκεί ήταν τόσο διαφορετική από αυτήν που ήξερε στην πατρίδα, άλλα ήθη κι έθιμα ,που πέρασε πολύς καιρός για να συνηθίσει και να πάψει να στενοχωριέται. Ο θείος τον πήρε στην δούλεψή του.  Την εποχή εκείνη είχε εργοστάσιο του αλκοόλ, το οποίο όμως έκλεισε όταν εφαρμόσθηκε  μονοπώλιο  στα ποτά, και αλευρόμυλο τον οποίο κάποια χρόνια μετά τον αγόρασε. 

Οικογένεια Ανδρέα Γκόψη

Έξη χρόνια και έξη μήνες μετά από την άφιξή του στην Τζίμα με παρότρυνση του θείου του πήγε στην πατρίδα να δει τους γονείς του και…. να βρει νύφη. Σύντομα βρέθηκε η νύφη, και 20 Οκτωβρίου έγινε ο γάμος. Το ταξίδι της επιστροφής ο ίδιος το ήξερε για την νύφη όμως ήταν επίπονο. Η ίδια διαδρομή το ίδιο δρομολόγιο. Οι 12 μέρες με το μουλάρι ήταν πιο κουραστικό για τις γυναίκες και καθόλου δεν είναι αυτό που περιμένει μια νεόνυμφη. Κι έτσι η Πολυξένη που άφησε γονείς και 6 αδέλφια βρέθηκε να διασχίζει την Αιθιοπία πάνω σε μουλάρι αυτή που ακούγοντας γαμπρό από  Αφρική νόμισε ότι θα ήταν κάτι σαν Αμερική. Η άφιξή τους  στην  Τζίμα, δεν αναπτέρωσε το ηθικό της. Η μόνη χαρά να συναντιέται με τις Ευρωπαίες κυρίες. Αντιθέτως ο θείος πολύ ευχαριστημένος με την εκλογή του ανιψιού του. Δεν θα πέσει έξω γιατί  έδειξε με τον καιρό τον δυναμικό της χαρακτήρα την νοικοκυροσύνη της την αξία της. Ότι χρειάζεται κανείς για να αντέξει στα μέρη αυτά. [κι εξ άλλου ο θείος έτρωγε πλέον  τις  πίτες της Πολυξένης που του θύμιζαν το χωριό  του]

Ένα χρόνο μετά το γάμο τους γεννιέται το πρώτο τους παιδί. Δύο χρόνια μετά ένα ακόμα κοριτσάκι το οποίο δεν έμελλε να ζήσει πολύ. Όταν αρρώστησε το μικρό ταξίδεψαν μέχρι την Α.Α. για να έχει περισσότερη φροντίδα από γιατρούς. Για να μη γίνει το ταξίδι πάλι με μουλάρια και ταλαιπωρηθούν τα παιδιά βρέθηκαν  δύο μικρά αεροπλάνα που ζητούσαν επιβάτες για την επιστροφή τους στην Α.Α. Αφού φθάσανε σ ένα πρόχειρο αεροδρόμιο επιβιβαστήκαν στο ένα αεροπλάνο που είχε θέση μόνο για έναν επιβάτη, που κάθισε η Πολυξένη με το ένα παιδί κι  ο Ανδρέας κάθισε σ’ ένα κιβώτιο πετρελαίου με  αγκαλιά το άλλο . Υπήρχε ο πιλότος κι ένας μηχανικός . Ξεκίνησε το πρώτο αεροπορικό ταξίδι της οικογένειας, με αρκετό φόβο για το άγνωστο. Το αεροπλανάκι ήταν ανοιχτό από παντού κι ο  αέρας εκεί ψηλά ήταν ψυχρός. Ευτυχώς τους είχαν προετοιμάσει και είχαν ντυθεί πολύ ζεστά.  Όμως σ’ όλη την διαδρομή δεν μπορούσαν να κινηθούν καθόλου. Το καλύτερο με το ταξίδι αυτό ήταν ότι έφθασαν  στην Α.Α. σε μία ώρα και 15 λεπτά.

Το  άρρωστο κοριτσάκι τους, όμως που ήταν μόλις 6 μηνών δεν επέζησε. Από τη μεγάλη στενοχώρια  η Πολυξένη αρρώστησε από τύφο.  Έκανε  45 μέρες για να γίνει καλά. Ευτυχώς με την φροντίδα των κ.κ. Λύτη και Κίσκα ανάρρωσε τελείως. Επειδή στην Τζίμα δεν υπήρχε ορθόδοξος παπάς,  απεφάσισαν να βαπτίσουν  την πρώτη τους κόρη που  έκλεινε τα δύο της χρόνια  πλέον. Το όνομα αυτής Αλίκη.

Ήρθε κι η μέρα που έπρεπε να επιστρέψουν στην Τζίμα  στις δουλειές τους. Αυτή την φορά ξεκίνησαν το ταξίδι με αυτοκίνητο, αλλά μόνο μέχρι ένα σημείο. Από εκεί και πέρα πάλι έπρεπε να πάρουν τα μουλάρια, γιατί ο δρόμος ήταν πάντα κακοτράχαλος. Γλύτωσαν δύο μέρες…..

Οι δουλειές στην Τζίμα όμως δεν πήγαν καλά  και ο Ανδρέας αναγκάστηκε να ανοίξει ένα μαγαζί, όπου πουλούσε ποτά και μικρογλυκίσματα που έφτιαχνε η Πολυξένη. Τα πράγματα και πάλι δεν πάνε καλά γιατί αρχίζει ο Ιταλοαιθιοπικός πόλεμος. Ο φόβος κι ο τρόμος επικρατεί σ’ όλους τους κατοίκους. Τον Νοέμβριο του 1936 μπαίνουν στην Τζίμα οι Ιταλοί. Παραδόξως την εποχή αυτή το μαγαζί του  Ανδρέα πάει πολύ καλά γιατί οι περισσότεροι από τους Ιταλούς στρατιώτες ζητούν να πιούν. Με το ποτό φτιάχνουν και μεζέδες, η Πολυξένη πρώτη στην κουζίνα.  Όμως κάποια στιγμή οι Ιταλοί ζητούν το μαγαζί για να στεγάσουν τα γραφεία τους. Αρχίζει άλλη περιπέτεια να βρουν πλέον οικόπεδο να κτίσουν δικό τους εστιατόριο.  Την 1η Νοεμβρίου 1938 ανοίγουν το RESTORANTE GLORIA  και προσλαμβάνουν δύο μάγειρους και 3 σερβιτόρους.

Όταν το 1942 είναι έτοιμος να κάνει ένα ταξιδάκι οικογενειακώς στην Ελλάδα κηρύχθηκε ο πόλεμος στην Ευρώπη και οι Έλληνες είναι πλέον εχθροί των Ιταλών, τον συλλαμβάνουν και μαζί με άλλους 11 Έλληνες τους στέλνουν στο Αμπάλτι.  Μετά 45 μέρες τους μεταφέρουν στην Σαμαρκάμα . Εκεί βρήκανε άλλους 100 Έλληνες αιχμαλώτους, και μερικούς ξένους. Μετά πάλι από 45 μέρες τους μετέφεραν με καμιόνια  σε άλλο στρατόπεδο. Όχι ότι περάσανε καλά στην  Σαμαρκάμα ή Αμπάλτι – ούτε φαί καλό είχαν, και ούτε μπόρεσαν αν επικοινωνήσουν με τις οικογένειές τους –  αλλά στο στρατόπεδο αυτό  δεν είχαν ούτε κρεβάτια. Κοιμόντουσαν χάμω και πάνω σε ξύλα στρώνανε χόρτα. Οι ψύλλοι δε…. δισεκατομμύρια. Η ώρα  όμως της απελευθέρωσης δεν άργησε να έρθει, εφ’ όσον νικημένοι πια έφευγαν οι Ιταλοί. Πίσω στην Τζίμα όμως οι δουλειές δεν θα κρατήσουν ανθηρές για πολύ καιρό. Κι όσο τα κοριτσάκια της οικογένειας μεγαλώνουν  [είχε έρθει εντωμεταξύ κι ένα άλλο κοριτσάκι, το όνομα αυτής Ελένη] φθάνει η ώρα που θα πρέπει να πάνε σχολείο. Εκεί είχαν αρχίσει μερικές τάξεις σε ιταλικό σχολείο. Σαν  Έλληνες θα θελήσουν τα παιδιά τους να πάνε σε Ελληνικό σχολείο. Η μόνη λύση να μετακομίσουν όλοι μαζί στην Α.Α. Το πρώτο σχολείο που θα πάνε η Αλίκη και η Ελένη, είναι  το ιδιωτικό του κ. Παπαδόπουλου  με δασκάλα την κ. Ε.Χέλμη. Εκτός από το σχολείο  θα μάθουν  πιάνο και μπαλέτο. Δεν στέρησαν στα  παιδιά τους τίποτε που θα μπορούσαν να δώσουν. Όσο υπήρχαν δουλειές δούλευαν και οι δύο. Στην Α.Α.  έρχεται στον κόσμο και η τρίτη κόρη. Το όνομα αυτής Αριστέα.

Συμπληρωμένη η οικογένεια θα περάσει με τα πάνω της και τα κάτω της, αλλά θα μεγαλώσει τις τρείς κόρες με αρχές  με ήθος με αγάπη. Θα είναι περήφανοι για τη πρόοδό τους και θα δουν και τις τρείς να παντρεύονται αξιόλογους άνδρες που θα ζήσουν ευτυχισμένες στην μετέπειτα ζωή τους. Θα γνωρίσουν και τρία αξιολάτρευτα  εγγόνια. Η δε Πολυξένη να γνωρίσει και 5 δισέγγονα.

Αυτή  είναι εν συντομία, η ιστορία ενός από τους πρώτους Έλληνες της Αιθιοπίας που έζησε με τα Ελληνικά ιδανικά και που  όνειρό του βέβαια, ήταν κάποτε να επιστρέψει στην  Ελλάδα να ζήσει τις τελευταίες του μέρες.  Δεν τα κατάφερε γιατί μετά 60 χρόνια που έζησε στην Αιθιοπία είχε δεσμούς άλυτους με την χώρα και ήταν γι αυτόν η  δεύτερη πατρίδα του.

Ο Ανδρέας θα φύγει από την ζωή  στις 25 Αυγούστου 1982 στην Α.Α. όπου έζησε τα τελευταία 40 χρόνια, σε ηλικία 85 ετών. Η Πολυξένη που θα ζει στην Αθήνα πλέον θα φύγει από την ζωή 26 Δεκεμβρίου 1993, σε ηλικία 87 ετών.